Οι Παρακατιανοί.
Ο Ξένος
Είναι εκεί δέκα μέρες τώρα. Τον συναντώ κάθε απόγευμα, ανηφορίζοντας προς το κοιμητήρι των ψυχών, για ένα χαιρετισμό στο δικό μου άνθρωπο, που έφυγε από τον κόσμο τούτο. Προορισμός να μη σβήσει η φλόγα απ΄ το καντήλι και μείνει η «κατοικία του» στο σκοτάδι. Όμως, ότι και να κάνουμε σ΄ αυτούς που άλλαξαν «τόπο», δεν το χρειάζονται πλέον. Δεν πεινούν, δεν πονούν, δεν κρυώνουν, δεν λυπούνται. Κι όμως, εκεί, στη γειτονιά των «κεκοιμημένων», ένας άνθρωπος, ένας συνάνθρωπός μας, ξημεροβραδιάζεται στο παγωμένο κράσπεδο και τρέμει σύγκορμος από το κρύο. Σε μια σακούλα όλα του τα υπάρχοντα. Χωρίς μια κουβέρτα. Χωρίς προσκεφάλι. Με όλη τη παγωνιά, τη μοναξιά, τη πείνα και τον αέρα να του παγώνει το κορμί και το πρόσωπο. Να μην έχει να φυλαχτεί από πουθενά. Να μην ξέρει να μιλήσει και να μην τολμάει να εκφράσει την απελπισία του. Ποιος είναι; Από που έρχεται; Ποια είναι η πατρίδα του; Τι τρώει; Που κοιμάται; Πως βρέθηκε στη πόλη μας; Τον προσπερνάμε αδιάφοροι και επιστρέφουμε στο ζεστό σπιτικό μας. Στο γεμάτο πιάτο μας. Στο στρωμένο κρεβάτι μας, χωρίς να νοιαζόμαστε.
Αν παγώσει όμως και τον βρούνε το πρωί κοκαλιασμένο από το κρύο, θα έρθουν οι φωτογράφοι, οι δημοσιογράφοι τα κανάλια και θα γίνει πρώτο θέμα. Επιστρατεύοντας την νοηματική τον προτρέπω να πάει μέσα στην εκκλησία. Φοβισμένος στην ίδια γλώσσα άφησε να εννοηθεί ότι τον έδιωξαν και κατάλαβα ότι ήταν ο φύλακας. Δεν το αδικώ. Είναι υπάλληλος και έχει την ευθύνη του χώρου. Η εκκλησία άλλωστε δεν είναι ξενώνας, είναι χώρος ιερός. Άραγε όταν νυχτώνει, όταν όλοι φεύγουν και σβήνουν τα φώτα, που να πηγαίνει και που να βγάζει τη νύχτα του αυτός ο ξένος; Σε κάποιο οστεοφυλάκιο μήπως; Σκέφτηκα τα λόγια του Χριστού. «Ο Έχων δύο χειτώνας….». Πόσους χειτώνας έχουμε στη ντουλάπα μας; Πόσα παπλώματα και σεντόνια με σινιέ υπογραφές; Τίποτα δεν περισσεύει άραγε για έναν άστεγο συνάνθρωπό μας; Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να τον τραβήξει από αυτή την αθλιότητα; Κι όμως στη Βουλή των Ελλήνων, μιλάνε για μεταναστευτική πολιτική. Στη θεωρία καλά τα πάμε στη πράξη όμως τι γίνεται;
(Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στη «Φωνή του Γέρακα» τον Ιούλιο του 1999 και επαναδημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2000. Δέκα χρόνια και πλέον, παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ).
Οι Παρακατιανοί.
Ήταν θυμάμαι Σάββατο πρωί όταν κάποιος από το δρόμο με ρώτησε με κακή προφορά Ελληνικών αν «τέλω ντουλειά. Ντουλειά να βάψει ν΄ ασπρίσει, ντουλειά να πάρει ψωμί». Φορούσε ρούχα τριμμένα, σκονισμένα και κάτι κρατούσε τυλιγμένο σε μια εφημερίδα. «Όχι ευχαριστώ» είπα με κεκτημένη ταχύτητα. Αναστέναξε και συνέχισε το δρόμο του. Χωρίς να ξέρω γιατί τον παρατηρούσα καθώς έφευγε. Φύσαγε και ο αέρας μου έστειλε μια μυρωδιά που κάτι μου θύμιζε. Κι αυτά τα ασπριδερά ρούχα, τα σκονισμένα μαλλιά,….Ένας κόμπος μου στάθηκε στο λαιμό. Ήταν ένας άνεργος, αλλοδαπός μπογιατζής, από αυτούς που ήρθαν στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Πήρε τα σύνεργα της δουλειάς του και βγήκε στους δρόμους να βγάλει μεροκάματο. Αν ήταν τυχερός, κάποιο αφεντικό θα τον χρειαζόταν. Αδύνατος, περίεργα μελαχρινός και φοβισμένος, δεν χρειαζόταν να δηλώσει τα στοιχεία του. Τα δήλωνε το παρουσιαστικό του. Περπάτημα ενός ανθρώπου που δεν στέκεται καλά στα πόδια του, όχι επειδή δεν μπορεί να περπατήσει αλλά επειδή δεν στέκεται καλά στη ζωή του. Είναι το χαρακτηριστικό περπάτημα ενός ανθρώπου που δεν έχει «που την κεφαλή κλίνη». Τέτοιους ανθρώπους δυστυχώς τα τελευταία χρόνια συναντάμε παντού. Στο δρόμο, στα λεωφορεία, στα μαγαζιά στις πλατείες. Και αμέσως επιταχύνουμε το βήμα μας, τραβιόμαστε να μην μας ακουμπήσουν. Εκτός κι αν θέλουμε να μας κάνουν καμιά δουλειά από αυτές τις παρακατιανές που δεν καταδεχόμαστε να κάνουμε μόνοι μας. Τους τάζουμε ένα πεντοχίλιαρο και μια μερίδα φαΐ, χωρίς ασφάλεια, χωρίς πολλά λόγια και με χίλια ευχαριστώ από την πλευρά τους. Τότε τους θέλουμε και τους παραθέλουμε. Κάποτε η Ελλάδα, ήταν μαζί με την Τουρκία και την Πορτογαλία, από τις χώρες που έκαναν εξαγωγή «εργατικού δυναμικού». Κάθε οικογένεια είχε και κάποιον μετανάστη. «Στις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές», στην Αυστραλία, στον Καναδά και στο «Αμέρικα Αμέρικα» (καταπληκτική ταινία του Ηλία Καζάν με καταπληκτική μουσική του Μανόλη Χατζιδάκη), όπου εκείνα τα χρόνια εθεωρείτο η γη της Επαγγελίας, αρκεί να είχαν κάποιον να τους στείλει την πολυπόθητη «πρόσκληση». Έβαζαν τη μάνα ή την αδελφή να τους ετοιμάσει τ΄ ασπρόρουχα κι ένα πρωί με το τρένο ή το περίφημο «Πατρίς» που μετέφερε μετανάστες και μετανάστες και που τώρα περιμένει τη σειρά του στο διαλυτήριο των πλοίων, έπαιρναν το δρόμο για την ξενιτιά. Και περπατούσαν χαμένα. Και δεν τους ήθελαν γιατί είχαν παλιομοδίτικα ρούχα. Και τους χρησιμοποιούσαν σε παρακατιανές δουλειές γιατί κι αυτοί παρακατιανοί ήταν. Ώσπου πέρασαν χρόνια πολλά για να τους συνηθίσουν και να τους αποδεχτούν. Να κάνουν προκοπή και περιουσία και να γυρίσουν στην πατρίδα με την ταυτότητα του Μπρούκλη. Μπορεί η αγράμματη μάνα να μην ήξερε πόσο μακριά ήταν το παιδί της αλλά ήταν ευχαριστημένη διότι είχε πάει στο Μπρούκλιν. Αυτό και μόνο έλεγε πολλά. Και κάποτε είπαμε ξενιτιά τέλος. Να μείνουμε και να δουλέψουμε στο τόπο μας. Ώσπου τα πράγματα ήρθαν έτσι ή μάλλον μας τα έφεραν έτσι και γεμίσαμε εμείς ξενιτεμένους. Ποιος όμως τους έστειλε την «πρόσκληση»; Που είναι τα χαρτιά τους; που θα δουλέψουν; Οι δικοί μας πριν ξεκινήσουν ήξεραν τα πάντα ακόμα και το νούμερο που θα είχαν κολλημένο στη φόρμα εργασίας τους και θα γινόταν το καινούργιο τους όνομα για όσο καιρό έμεναν να δουλέψουν. «Είμαι το νούμερο οκτώ με ξέρουν όλοι με αυτό» τραγουδούσε ο Λάκης Χαλκιάς. Ποιες πολιτικές σκοπιμότητες, μετακίνησης πληθυσμών και αλλαγής συνόρων, δημιούργησε αυτούς τους σύγχρονους «μέτοικους»; Και για πόσο καιρό μπορούν να γυρίζουν ζητώντας «ντουλειά»; Και για πόσες μέρες μπορούν να μείνουν χωρίς ψωμί κοιτάζοντας τα χορτασμένα παιδιά μας; Για πόσο καιρό θα περιφέρονται σαν «άθλιοι» ώσπου το ένστικτο επιβίωσης και η απελπισία θα σπρώξει το χέρι, θ’ αρπάξει το καρβέλι και ο Γιάννης Αγιάννης θα ξεδιπλωθεί μπροστά μας, με Ιαβέρηδες όλους εμάς; Γιατί θα πρέπει παραμονές του δύο χιλιάδες να γίνουμε ρατσιστές; Ξέρω τι σκέφτεστε. Ότι δεν φτάνει που ήρθαν στη χώρα μας και μας παίρνουν τις δουλειές μας, μας κλέβουν κι από πάνω. Δεν μπορούμε να λείψουμε από το σπίτι μας και κινδυνεύουμε να το βρούμε παραβιασμένο. Ότι έχουν δημιουργήσει συμμορίες, ότι σκοτώνονται ακόμη και μεταξύ τους. Ότι, ότι, ότι… Ενώ οι Έλληνες όπου πήγαν, πήγαν μόνο για να δουλέψουν. Δεν δημιούργησαν προβλήματα. Αντίθετα δημιούργησαν επιχειρήσεις και περιουσίες. Οι Έλληνες δεν δημιούργησαν προβλήματα διότι τίποτα δεν έγινε τυχαία. Για να τους δεχθούν σε μία ξένη χώρα πέρασαν από ελέγχους και ελέγχους. Πρώτα είχαν αποφασίσει τι επί πλέον πληθυσμό μπορεί ν΄ αντέξει μια χώρα, σε ποια δουλειά θα απασχοληθούν, με ποιο τρόπο θα τους αντιμετωπίσει και θα τους αστυνομεύσει αν παραστεί ανάγκη και μετά άνοιξαν τις πόρτες. Όχι σηκώνουμε τις μπάρες των συνόρων για λόγους εντυπωσιασμού και «μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε». Γιατί έτσι έγινε η δουλειά. Κι άντε τώρα να μπει τάξη. Κι ας δέχεται παραιτήσεις υπουργών ο Πρωθυπουργός κι ας κάνει ριζικές αλλαγές και τοποθετήσεις εκ νέου. Όσο για το τελευταίο φαινόμενο της «σκούπας», ξέρετε τι λένε οι Βαλκάνιοι γείτονες; Θα μας πάνε τσάμπα στην Αλβανία, θα δούμε τους δικούς μας και θα ξαναγυρίσουμε. Και η ζωή συνεχίζεται. Πάντως οφείλουμε αν παραδεχτούμε ότι υπάρχουν και άνθρωποι με αρχές που σέβονται τη χώρα που τους φιλοξενεί.
Popularity: 1%




































Γράφτηκε για την γιορτή της μητέρας και εκφωνήθηκε στις 09.05.2004 | Τόπος: Γέρακας
Οι δικές μου «Δευτέρες»